Τρίτη, 30 Δεκεμβρίου 2008

..."Η μαλακισμένη ηθικολογία των αριστερών"

"Αυτή η μαλακισμένη ηθικολογία των αριστερών <<μην παίρνεις αξιώματα, δεν κάνει, να μην φαίνεται , δεν κάνει>>. Αυτή η υποκρισία. Η αρχιδιά αυτή που αποκαλούνε <<ποίηση της ήττας>>. Κι όμως αυτός αγάπησε την ποίηση. Κάποτε, πάλι. Πριν από την ΕΣΑ.Αλλά δεν ήθελε να έχει την παραμικρή σχέση με την ήττα. Την επόμενη φράση θα 'θελε να μπορούσε να τη φωνάξει μ' όλη τη δύναμη της φωνής του, μέσα από ένα χωνί, σαν κι αυτό που είχε ο πατέρας του στο βουνό. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τον πατέρα μου και την εκνευριστική κλάψα του για την ήττα στο Γράμμο. Έλεος. Δεν θα πω <<ευτυχώς που χάσαμε τότε>>, που είναι ωμή αλήθεια, κι αυτοί που κέρδισαν ήταν απολίτιστοι, άσχετοι, άθλιοι. Αλλά, έλεος. Γαμήστε με πια μ' αυτό το γαμημένο '49! Εμείς χάσαμε , αυτοί κέρδισαν, μετά κερδίσαμε κι αυτοί που έχασαν. Κι είμαστε όλοι ευχαριστημένοι"

"Η ανάκριση" του Ηλία Μαγκλίνη, από τις εκδόσεις "Κέδρος". Το βιβλίο δεν είναι αστυνομικό. Έχει όμως και μια τέτοια διάσταση.

Δευτέρα, 29 Δεκεμβρίου 2008

Νάδα (2)

"Έκανα λάθος", είπε ξαφνικά. "Η αριστερίστικη τρομοκρατία και η κρατική τρομοκρατία, αν και τα κίνητρά τους δεν επιδέχονται σύγκριση, είναι οι δύο μασέλες της..."
Δίστασε.
"...της ίδιας παγίδας για μαλάκες", τελείωσε τη φράση του και συνέχισε αμέσως: "Το καθεστώς αμύνεται, φυσικά, έναντι της τρομοκρατίας. Αλλά το σύστημα δεν αμύνεται, την ενθαρρύνει, τη διαφημίζει. Ο ντεσπεράδο είναι ένα εμπόρευμα, μια αξία ανταλλαγής, ένα πρότυπο συμπεριφοράς, όπως ο μπάτσος ή η αγία. Το κράτος ονειρεύεται ένα τέλος φρικιαστικό και θριαμβευτικό μέσα στο θάνατο, μέσα στον απολύτως γενικευμένο εμφύλιο πόλεμο ανάμεσα στις ορδές των μπάτσων και των μισθοφόρων του, από τη μια, και στις ομάδες του μηδενισμού, από την άλλη. Είναι η παγίδα που στήνεται στους επαναστατημένους, και πιάστηκα σ' αυτή. Και δεν θα είμαι ο μόνος. Κι αυτό μου τη σπάει πολύ".

"Νάδα" του Ζαν Πατρίκ Μανσέτ σε μετράφραση του Γιάννη Καυκιά. Δεύτερη έκδοση από τα "Ελληνικά Γράμματα"

-για την Α.Μ. που το διάβασε πρόσφατα

Κυριακή, 28 Δεκεμβρίου 2008

Νάδα...

-" <<Ελευθεριακός κομμουνιστής του κώλου. Την κολλάτε όλοι, δεν είσαι ο πρωτος που βλέπω , την κολλατε όλοι τη σύφιλη της πολιτικής, τη σύφιλη του συμβιβασμού , τη μαρξίζουσα σύφιλη. Φύγε, Τρεφφαί. Γνωρίζω ήδη όλα όσα θες να μου πεις και ο Τύπος της εξουσίας θα επαναλάβει άλλα τόσα, τα ίδια , σε πέντε ημέρες. Να σταματήσουμε για να συζητήσουμε; Όχι, μα αστειεύεσαι; Γνωρίζουμε που οδηγούσε. Σου υπενθυμίσω ότι ο πατέρας μου σκοτώθηκε στη Βαρκελόνη. Το ' 37.>>
-Κι εγώ έχω βαρεθεί να σ' ακούω να το λες. Δεν είναι επειδή ο πατέρας σου σκοτώθηκε στη διάρκεια μιας εξέγερσης που ο οψίγονος γιος του είναι πιο έξυπνος απ' τους άλλους. Μπορεί να είσαι και ο πιο ανόητος. Βουλιάζεις στην τρομοκρατία κι αυτό είναι μαλακία. Η τρομοκρατία δεν δικαιολογείται παρά σε μια κατάσταση όπου οι επαναστάτες δεν έχουν άλλα μέσα να εκφραστούν και όπου ο πληθυσμός υποστηρίζει τους τρομοκράτες>>".

"Νάδα" του Ζαν Πατρίκ Μανσέτ σε μετράφραση του Γιάννη Καυκιά. Πρώτη έκδοση από τις "Εκδόσεις Στάχυ" , στη σειρά "Μαύρο στάχυ". (σελ.126-127)

Τετάρτη, 10 Δεκεμβρίου 2008

"...ξύλο, φάλαγγα, εικονικές εκτελέσεις..."

Η πρώτη συνάντηση του αστυνόμου Χαρίτου με το Λάμπρο Ζήση στη Μπουμπουλίνας

"Με το Ζήση γνωρίστηκα το '71 στη Μπουμπουλίνας, όταν ήμουν φύλακας στα κρατητήρια. Ο Κωστάρας μας ήθελε παρόντες στην ανάκριση, δήθεν για να μαθαίνουμε, τα στραβάδια, όπως έλεγε. Στο βάθος δεν έδινε πεντάρα για την <<εκπαίδευσή>> μας.. Απλώς παινευόταν ότι γι' αυτόν δεν υπήρχε σκληρό καρύδι, τα 'σπαγε όλα, και για να το αποδείξει έστηνε ολόκληρη παράσταση, όπου το κοινό είμαστε εμείς, τα στραβάδια.

Με τον Ζήση όμως είχε βρει το δάσκαλό του. Αυτός είχε αρχίσει την καριέρα του από τα μπουντρούμια των Ες- Ες στην Μέρλιν, συνέχισε στο Χαϊδάρι, φοίτησε στη Μακρόνησο και καταλάβαινε Χριστό. Καθόταν απέναντι στον Κωστάρα, τον κοιτούσε καρφωτά στα μάτια, και δεν άνοιγε το στόμα του. Σκύλιαζε ο Κωστάρας. Στον Ζήση δοκίμαζε όλη την προηγμένη τεχνολογία του: ξύλο, φάλαγγα, εικονικές εκτελέσεις, τον άφηνε να μουλιάζει ώρες, με τα ρούχα, μέσα σε ένα βαρέλι με παγωμένο νερό, τον ανέβαζε στην ταράτσα της Μπουμπουλίνας, και απειλούσε να τον σπρώξει να πέσει, μέχρι και ηλεκτροσόκ δοκίμασε, αλλά του μόνο που κατάφερε να του αποσπάσει, ήταν ουρλιαχτά από τους πόνους, λέξη δεν του πήρε ούτε μία. Όταν τον πήγαινα στο κελί του, έπρεπε να τον κρατάω από τις μασχάλες και να τον σέρνω, ήταν αδύνατο να κρατηθεί στα πόδια του.

Στην αρχή τον πέρναγα για λεβεντομαλάκα, που αργά ή γρήγορα θα έσπαγε. Όσο όμως κρατούσε , εγώ άρχιζα να βάζω στοιχήματα, για να περνάει η ώρα, μιας και ήμουν αναγκασμένος να κάθομαι βουβός και να παρακολουθώ το θέαμα. Σαν να υπήρχε κάποιος άλλου, που να μου έλεγε <<σήμερα θα σπάσει>>, κι εγώ να πόνταρα στον Ζήση και να παρακαλούσα να μην σπάσει για να κερδίσω το στοίχημα. Ίσως αυτό το στοίχημα να ήταν η αιτία που γνωριστήκαμε. Τον είχαν σε αυστηρή απομόνωση, δεν τον άφηναν να πάει ούτε για κατούρημα. Στη νυχτερινή βάρδια, που ήμουν μόνος στο κρατητήριο , τον έβαζα από το κελί, τον έβγαζα από το κελί για να πάρει λίγο αέρα για να ξεμουδιάσει. Του έδινα κανένα τσιγάρο, κι αν ο Κωστάρας τον είχε βάλει στο βαρέλι, τον άφηνα ν' ακουμπάει στο καλοριφέρ μπας και ρουφήξει λίγο την υγρασία. Μόλις άκουγα βήματα, τον κλείδωνα και πάλι στο κελί του. Μέσα μου έλεγα ότι το κάνω για να παίρνει δυνάμεις και να κερδίσω το στοίχημα όταν τον πήγαινα ν' αδειάσει τη βούτα και αυτός την έχυνε, επειδή δεν είχε δυνάμεις να την σηκώσει, ή όταν τον έπαιρνα από την ανάκριση και σερνόταν , του έριχνα καλού-κακού καμιά φάπα μπροστά στους άλλους άλλους, για να μην φανεί ότι φέρομαι μαλακά σε κομμούνι και βρω το μπελά μου. Στον ίδιο δεν εξήγησε ποτέ γιατί το έκανα, ούτε κι αυτός μου είπε ποτέ ευχαριστώ. Μετά τον μετέφεραν με φορείο στου Αβέρωφ και τον έχασα".

"Νυχτερινό δελτίο" του Πέτρου Μάρκαρη, από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδης

Κυριακή, 7 Δεκεμβρίου 2008

"Πουλημένοι δημοσιογράφοι: οι πιο πουτάνες από τις πουτάνες"

"Αν υπήρχε κάτι που μισούσε περισσότερο από τις συμμορίες των εργοδοτών , από τις ερωμένες των Ισπανών αριστοκρατών και από τους λαχειοπώλες (τους τελευταίους επειδή διέδιδαν την πίστη σ' έναν ψεύτικο παράδεισο) ήταν οι πουλημένοι δημοσιογράφοι: οι πιο πουτάνες από τις πουτάνες, που είχαν εισχωρήσει στο ευγενέστερο επάγγελμα του κόσμου"

"Το ποδήλατο του Λεονάρντο" του Paco Ignacio Taibo II σε μετάφραση Έφης Γιαννοπούλου, από τις εκδόσεις Άγρα, (σελ121-121)

-----
Ήταν το πρώτο απόσπασμα που δημοσιεύσαμε στο blog. Παραμένει επίκαιρο, βέβαια...

Παρασκευή, 5 Δεκεμβρίου 2008

"Ν' αλλάξετε ψυχή. Βρείτε μια καινούρια. Αυτή που έχετε δεν αξίζει ούτε για σκύλο"

"Από μήνες πριν, μπορεί και χρόνια, ο κόσμος διέκρινε κάτι το περίεργο στη διαγωγή του δικαστή. Έδειχνε να 'χε χάσει κάθε ενδιαφέρον για το Νόμο, που ως Σύμβουλος του Βασιλέως εφάρμοζε με τρόπου απαράμιλλα λαμπρό και φοβερό, και ν' ασχολείται με την παροχή συμβουλών προσωπικών και ηθικών στους διαδίκους. Μιλούσε λιγότερο σαν δικαστής και περισσότερο σαν παπάς ή σαν γιατρός και μιλούσε ανοιχτά και χωρίς περιστροφές. Το πρώτο τέτοιο ξάφνιασμα ήταν όταν είπε σ΄ έναν κατηγορούμενο που είχε αποπειραθεί να διαπράξει ένα ερωτικό έγκλημα: <<Σε καταδικάζω σε τριετή ειρκτή, παρόλο που , μάρτυς μου ο Θεός, έχω την ακλόνητη πεποίθηση ότι αυτό που πραγματικά σου χρειάζεται είναι τρεις μήνες διακοπές σε κάποια παραλία>>. Κατηγορούσε τους εγκληματίες όχι τόσο για τα εγκλήματά τους καθ' εαυτά και για τις παραβάσεις του νόμου, όσο για πράγματα πρωτάκουστα σε αίθουσα δικαστηρίου: για τερατώδη εγωισμό, για έλλειψη χιούμορ, για σκόπιμη ενθάρρυνση νοσηρότητας.

Η κατάσταση κορυφώθηκε με την περίφημη υπόθεση των κλεμμένων διαμαντιών, όταν ο ίδιος Ο Πρωθυπουργός, ο λαμπρός αυτός ευπατρίδης, αναγκάστηκε να προσέλθει αυτοπροσώπως και να καταθέσει ευγενικά και διστακτικά εις βάρος ενός υπηρέτη του. . Όταν πλέον τεκμηριώθηκε εξονυχιστικά κάθε λεπτομέρεια της ζωής του υπηρετικού προσωπικού της πρωθυπουργικής κατοικίας, , ο δικαστής κάλεσε τον Πρωθυπουργό άλλη μια φορά στο εδώλιο , κι εκείνος υπάκουσε με ήρεμη αξιοπρέπεια. Και τότε ο δικαστής του είπε με τρόπο απροσδόκητα τραχύ: <<Ν' αλλάξετε ψυχή. Βρείτε μια καινούρια. Αυτή που έχετε δεν αξίζει ούτε για σκύλο>>".

"Λέσχη αλλόκοτων επαγγελμάτων" του G.K Chesterton σε μετάφραση Γαβριήλ Νικόλαου Πεντζίκη από τις εκδόσεις Άγρα. (Β ανατύπωση Απρίλιος 2005)